I
Στο κρεβάτι, λίγο πριν κλείσω τα μάτια, ανακαλώ – όπως όλοι μας- κάποια παλιά όμορφη ιστορία. Είναι φορές ,όμως, που οι παλιές όμορφες ιστορίες μας ξυπνάνε και περιμένουμε άδικα τον ύπνο.
Έβαλα το φαρδύ χειμωνιάτικο νυχτικό μου και έπλυνα το πρόσωπο μου. Άλλαξα την μαξιλαροθήκη που είχα γεμίσει την προηγούμενη νύχτα με κοκκινάδια απ’ το κραγιόν που ήμουν πολύ κουρασμένη για να βγάλω απ’ τα χείλη μου και έχωσα το πρόσωπο μου στο καθαρό και μυρωδάτο μαξιλάρι .
Χωρίς να σκεφτώ τίποτα και κανέναν κοιμήθηκα.
Αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος ύπνου.
Δηλαδή ,να κοιμάμαι χωρίς να έχω στο τέλος της ημέρας περισσότερη ανάγκη από κάτι ή κάποιον.
Αν και δεν ήταν παραπάνω από μία ή δύο ώρες που χωριστήκαμε με κάλεσε στο τηλέφωνο.
Σκέφτηκα ότι ίσως κάποια μικρή λεπτομέρεια θα είχε ξεχάσει να μου πει για το ταξίδι του.
Τι άλλο να είχε συμβεί;
Είχαμε αγκαλιαστεί σφιχτά, φιληθεί σταυρωτά, πει εις το
επανιδείν …
Κανονικός αποχαιρετισμός.
Πριν απ’ αυτό , μάλιστα, μου ζήτησε συγγνώμη που δεν είχε κανονίσει να βρεθούμε ,όπως μου είχε υποσχεθεί, νωρίτερα, συμπληρώνοντας ότι η αμέλεια του δεν οφειλόταν απαραίτητα σε έλλειψη χρόνου.
Του εξήγησα ότι έχοντας υπόψη το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του, το ζώδιο του και όλα τ’ άλλα πράγματα που μπορεί να του συνέβησαν και εγώ να τα αγνοούσα ,η αμέλεια του δεν με πείραξε στιγμή.
«Τι θυμάσαι περισσότερο από εμάς τους δυο;»
«Μα κοιμόμουν.»
«Κάνε μια προσπάθεια.»
«Που ήθελες να με πείσεις ότι ο Αστακός του Νταλί κατέβηκε απ’ την συσκευή του τηλεφώνου και κρύφτηκε κάτω απ’ το κρεβάτι μου.»
«Πειραματιζόμουν με ελαφριά ναρκωτικά τότε… Άλλο;»
«Που διοργανώσαμε βραδιά Ακίρα Κουροσάβα ,αλλά στο πρώτο τέταρτο της πρώτης ταινίας κλείσαμε το βίντεο και ακούσαμε αυτό το διπλό live CD των The Roots που είχες κλέψει εκείνο το πρωί απ’ τα Metropolis.»
« Έτσι σου είχα πει; Ότι το είχα κλέψει;»
« Μμμ.»
«Ψέματα ήταν. Προσποιούμουν έντονα ότι ζούσα σε γκέτο. Τίποτα άλλο ,ε;»
«Ο Έσσε! Διαβάζαμε το βιβλίο του, Ο Λύκος Της Στέπας. Ακουμπάγαμε τις πλάτες μας στο κεφαλάρι του κρεβατιού σου, στήριζες το κεφάλι σου πάνω στο κεφάλι μου και επειδή είμαι λίγο χαζή και διάβαζα πιο αργά από εσένα κάθε φορά με περίμενες για να γυρίσεις σελίδα.»
« Το θυμάσαι. Δεν είναι όμως το πρώτο πράγμα που σου ήρθε στο μυαλό και αυτό με ανακουφίζει. Με ακούς; Μην κοιμηθείς που θέλω να σου πω. Θα στο έστελνα σε γράμμα μόλις έφτανα στην Λυών ,αλλά σκέφτηκα ότι οι ανορθόγραφες φιλοσοφίες μου θα σου φαίνονταν αστείες.»
«Δεν νομίζω. Είμαι κι εγώ ανορθόγραφη.»
«Καθόταν σ’ ένα κράσπεδο και κάπνιζε βαριεστημένα ένα στριφτό, εκνευριστικά λεπτό τσιγάρο, φορούσε ένα φαρδύ παντελόνι φόρμας και μια φαρδιά μακώ καλοκαιρινή μπλούζα με ξεβαμμένα χρώματα μωβ, πράσινο και κίτρινο. Είχε κοντά μαύρα μαλλιά, άσπρο δέρμα ,αλλά αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Ήταν πολύ λεπτή και περπατούσε αργά, μιλούσε αργά, σήκωνε το βλέμμα της αργά και κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν αυτό το κορίτσι ακούει. Η μόνη πνοή ζωής που είχε πάνω της ,ήταν ένα σκουλαρίκι –δόντι άγριου ζώου που κρεμιόταν από το ένα της αυτί και κουνούσε ο αυγουστιάτικος αέρας. Περιέργως την ερωτεύτηκα.»
Δεν είμαι σίγουρη ότι τον άκουγα. Στον ύπνο μου η φωνή του ερχόταν μέσα απ’ το κεφάλι μου σαν να είχε ενεργοποιήσει από την άλλη άκρη του τηλεφώνου με μαγικό τρόπο την μνήμη μου και αντί να τον ακούω, θυμόμουν .
Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας ήταν ένα κορίτσι που η παρέα μας είχε γνωρίσει τυχαία σε μια συναυλία από αυτές που πηγαίνεις σαν φοιτητής όταν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις τις καλοκαιρινές νύχτες.
(έχει και συνέχεια)




7
